σκευοφυλάκιο


σκευοφυλάκιο
Χώρος στον οποίο φυλάσσονται τα ιερά σκεύη ενός ναού. Σ. λέγεται επίσης και το κιβώτιο στο ιερό του ναού, όπου βρίσκονται τα ιερά σκεύη. Ο όρος προέρχεται ίσως από την αρχαία λέξη σκευοφόρος, που σήμαινε συνήθως τη «σκευοφόρο άμαξα», με την οποία μεταφέρανε τις αποσκευές ταξιδιωτών. Αργότερα, με την ίδια λέξη, λεγόταν και ο δούλος, που συνόδευε τον κύριό του στον πόλεμο, φορτωμένος με τις αποσκευές του. Περίτεχνες σ. υπάρχουν σε αρκετά ελληνικά μοναστήρια, έργα ανώνυμων λαϊκών καλλιτεχνών. Το σκευοφυλάκιο του καθεδρικού ναού του Ορβιέτο έργο του Ουγκολίνο ντι Βιέρι (Ιταλία).
* * *
το / σκευοφυλάκιον, ΝΜΑ, και σκευοφυλακεῑον Α [σκευοφύλαξ, -ακος]
1. μέρος όπου φυλάγονται διάφορα σκεύη, σκευοθήκη
2. εκκλ. το προς Νότον τής Αγίας Τράπεζας μέρος τού Αγίου Βήματος τών βυζαντινών ναών όπου φυλάσσονται τα ιερά σκεύη και τα άμφια τών κληρικών, αλλ. διακονικό, μινσατώριο, μητατωρίκιο, κειμηλιαρχείο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σκευοφυλάκιο — το ризница – особое помещение в христианских храмах, где хранятся облачения священнослужителей, богослужебные принадлежности и церковная утварь. Обычно располагается в алтаре …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σκευοφυλάκιο — το 1. σκευοθήκη. 2. ειδικότερα, μέρος στην εκκλησία όπου φυλάγονται τα ιερά σκεύη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • ελεφαντόδοντο — Ουσία από την οποία αποτελούνται οι χαυλιόδοντες του ελέφαντα, του ιπποπόταμου, του θαλάσσιου ελέφαντα, του μαμούθ και του μαστόδοντα (απολιθωμένου ελέφαντα), καθώς και ο μακρύς κυνόδοντας των μονόδοντων μονόκερων. Το ε. αποτελείται κατά 60% από… …   Dictionary of Greek

  • τοιχοπυργίσκος — ὁ, Α σκευοφυλάκιο ή ερμάριο κατασκευασμένο σε τοίχο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τοῖχος + πυργίσκος «σκευοφυλάκιο»] …   Dictionary of Greek

  • Άγιον Όρος ή Άθως — Πολιτεία μοναχών (2.262 κάτ.) που άνθησε ιδιαίτερα στους βυζαντινούς χρόνους. Το Ά.Ό. είναι βουνό με άφθονα δάση (2.033 μ.), στη νότια άκρη της ανατολικής χερσονήσου της Χαλκιδικής, από το οποίο ονομάστηκε έτσι και η χερσόνησος (332,5 τ. χλμ.).… …   Dictionary of Greek

  • Ευαγγελισμού Θεοτόκου, μονή — Ονομασία διαφόρων μοναστηριών. 1. Μετόχι στον νομό Ιωαννίνων, που ιδρύθηκε τον 11o αι. 2. Σκιάθου. Ανδρικό μοναστήρι το οποίο εξαρτάται από τη μητρόπολη Χαλκίδος. Ιδρύθηκε το 1794 από τους Κολλυβάδες του Αγίου Όρους, μοναχούς που διαφωνούσαν στην …   Dictionary of Greek

  • Θεοτοκόπουλος, Δομήνικος ή Ελ Γκρέκο — (Ηράκλειο Κρήτης 1541 – Τολέδο 1614). Ζωγράφος. Σε ηλικία περίπου 35 ετών εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ισπανία, όπου δημιούργησε το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος του καλλιτεχνικού του έργου. Το παράξενο και μοναδικό στην ιστορία της ζωγραφικής… …   Dictionary of Greek

  • Λειμώνος, μονή — Ανδρικό μοναστήρι της Λέσβου, αφιερωμένο στο όνομα των Ταξιαρχών, το οποίο εξαρτάται από τη μητρόπολη Μηθύμνης. Ιδρύθηκε το 1523 ή 1527 γύρω από την εκκλησία της κατεστραμμένης βυζαντινής μονής του Παμμεγίστου Ταξιάρχου Μιχαήλ. Το 1975 χτίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Νικόπολις — I Αρχαία πόλη της Ηπείρου, στον λαιμό της χερσονήσου της Πρέβεζας, που την ίδρυσε ο Αύγουστος μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 μ.Χ.). Η θέση όπου ιδρύθηκε η N. δεν είχε τα προσόντα για να ελκύσει την προσοχή των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.